ΒιογραφικόΆρθρα & ΘέματαΣυγγραφικό ΈργοΕπικοινωνία
   
Άρθρα & Θέματα
 
 

Περίληψη: Πρόκειται για μια ψυχοδυναμική προσέγγιση του όρου "οριακή προσωπικότητα", που βασίζεται κυρίως στον τρόπο και την ποιότητα των συναισθηματικών επενδύσεων και την χρήση των μηχανισμών άμυνας από τα άτομα που χαρακτηρίζονται από οριακά στοιχεία στην προσωπικότητά τους. Η προσέγγιση αυτή είναι απαραίτητη για την κατανόηση της φαινομενολογικής εικόνας της συμπεριφοράς και των τρόπων επικοινωνίας των ατόμων αυτών.

Λέξεις κλειδιά: Οριακός, μεταιχμιακός, borderline

Ο όρος "οριακή προσωπικότητα" είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια στη ψυχιατρική πράξη, που όμως ταυτόγχρονα προκαλεί αρκετά μεγάλη σύγχυση σε πολλούς επαγγελματίες του χώρου. Συνήθως χρησιμοποιείται για να καλύψει την αδυναμία μιας ξεκάθαρης διάγνωσης, για να χαρακτηρίσει μια κατάσταση που μοιάζει με ψύχωση αλλά και δεν είναι ή μοιάζει με νεύρωση αλλά δεν είναι.

Η ορολογία και περιγραφή του συνδρόμου, γνωστό σαν BORDER- LINE οφείλεται στην ψυχανάλυση. Ήδη, ο Kraepelin (1903) αναφέρεται σε κάποιες ενδιάμεσες καταστάσεις (ein "Zwischengebiet")[1] μεταξύ παθολογικών ψυχικών καταστάσεων και ιδιαιτεροτήτων της προ- σωπικότητας. Aπό αυτή την παρατήρηση δημιουργήθηκε στα αγγλικά ο όρος "BORDERLINE STATES", δηλ. ΒORDERLINE [2].

Ο ίδιος στην όγδοη έκδοση της ψυχοπαθολογίας του (1909) αναφέρεται στην ιδιαιτερότητα ορισμένων ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων που τις χαρακτηρίζει σαν "μη αναπτυγμένες περιπτώσεις απλής άνοιας", δηλαδή σαν "λανθάνουσες σχιζοφρένειες " (BLEULER 1911).

Περιγραφές προσωπικοτήτων που τοποθετούνται σε μία "οριακή χώ- ρα" (Βorderland) βρίσκουμε και παλαιότερα [3]. Αφορούν κυρίως οριακές περιπτώσεις ψυχωτικών ή νευρωσικών ασθενών. Ο ψυχαναλυτής STERN (1938) χρησιμοποιεί γιά πρώτη φορά τον όρο για να χαρακτηρίσει και να περιγράψει μία ιδιαίτερη κατηγορία νευρωσικών οριακών καταστάσεων.

Οι περιγραφές και οριοθετήσεις του οριακού αυτού χώρου εκτείνονται από τα ψυχωτικά σύνορα μέχρι τα νευρωτικά όρια. Ετσι οι HOCH και POLATIN (1949) μιλάνε γιά όχι τυπική σχιζοφρενική κατάσταση στα πλαίσια μίας "ψυχονεύρωσης", με χαρακτηριστικά τον αυτισμό, την αμφιθυμία, διαταραχές της σκέψης και του συναισθήματος [4]. Η σημερινή χρήση του όρου υπονοεί μία οριακή γραμμή μεταξύ ψύχωσης και νεύρωσης. Η γραμμή μεταξύ του πρώτου - ναρκισσιστικού - και δεύτερο - πρωκτικού - σταδίου, που θα σήμαινε σχηματικά το πέρασμα από την ψυχωτική στη νευρωτική προσκόλληση θα μπορούσε να μας υποβάλλει στην γραμμική αυτή απεικόνιση του συνδρόμου. Η κλινική πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Η κλινική πράξη μας δείχνει ότι πρόκειται για ένα φάσμα παθολογικών μορφών, που πράγματι έχουν σχέσεις τόσο με την ψύχωση, όσο και με τη νεύρωση, που όμως ακόμη χαρακτηρίζονται από τέτοια ανομοιογένεια που μας υποχρεώνει σε μία σχετική ταξινόμηση, συγγενών μεν, αλλά διαφορετικών κατηγοριών και ομάδων.

Φυσικά γεννάται το ερώτημα εάν τα συγγενή στοιχεία των ομάδων αυτών είναι αρκετά για να δικαιολογούν τη χρήση ενός μόνο όρου για τον χαρακτηρισμό τους.

Οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν ότι πράγματι κάτι τέτοιο συμβαίνει και το πρόβλημα συνίσταται στην απόδειξη ότι υπάρχει μία "εσωτερική συγγένεια" στη δομή όλων αυτών των καταστάσεων που μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε στην κλινική πράξη τον όρο "οριακό σύνδρομο". Υπάρχει δηλαδή πράγματι κλινική χρησιμότητα του όρου, που χαρακτηρίζει διαφορετικές φαινομενικά, συγγενείς όμως ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, με κοινά χαρακτηριστικά στην δομή τους.

Φαινομενολογική εικόνα:

Τα συμπτώματα που χαρακτηρίζουν την φαινομενολογική εικόνα των οριακών διαταραχών, αφορούν τόσο την ποιότητα και μορφή των συναισθηματικών επενδύσεων, όπως και του ελέγχου των παρορμήσεων, όσο και την επαφή με την πραγματικότητα, την προσωπική ταυτότητα, τον τρόπο και τη μορφή των διαπροσωπικών του σχέσεων. ΄Ετσι, η φαινομενολογική εικόνα των οριακών διαταραχών περιλαμβάνει ένα πλήθος συμπεριφορών και συμπτωμάτων και για να χαρακτηρισθεί μια προσωπικότητα σαν Borderline (= οριακή) θα πρέπει να εμφανίσει τουλάχιστον πέντε από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  1. Παρορμητικότητα ή ακαταλόγιστη συμπεριφορά σε τουλάχιστον δύο τομείς, που είναι δυνητικά παράγοντες αυτοκαταστροφής, Π.χ. χρηματική σπατάλη, σεξουαλικότητα, τυχερά παιχνίδια, χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, κλεψιάς σε καταστήματα, υπερφαγία, "αυτοκαταστροφικές πράξεις.
  2. Ένα σχήμα ασταθών, αλλά εντονότατων διαπροσωπικών σχέσεων π.χ. έντονες αλλαγές στις τοποθετήσεις, εξιδανικεύσεις, υποτιμήσεις, εκμετάλλευση και χρησιμοποίηση των άλλων (π.χ. χρόνια χρησιμοποίηση των άλλων για την εκπλήρωση ίδιων στόχων, είναι ο άξονας της σχέσης μ' αυτούς).
  3. Άμετρα και οξύτατα ξεσπάσματα θυμού, είτε ανεπαρκής έλεγχος στο θυμό π.χ. συχνή εκδήλωση ερεθιστικότητας, μόνιμη προθυμία για επιθετικά ξεσπάσματα, διαρκής θυμός.
  4. Ανασφάλεια ταυτότητας, που εκφράζεται με δυσκολίες σε τομείς που έχουν σχέση με την ταυτότητα, π.χ. την εικόνα του εαυτού, στην τοποθέτηση σε συγκεκριμένο φύλο, στην επιδίωξη μακροχρόνιων στόχων, στην εκλογή του επαγγέλματος, στις φιλικές σχέσεις καθώς και στις αξίες για νομιμότητα (π.χ. "ποιος είμαι εγώ;" "νομίζω πως είμαι σαν την αδελφή μου, όταν είμαι καλός").
  5. Συναισθηματική αστάθεια. Εμφανείς μεταπτώσεις από φυσιολογικό συναίσθημα σε μελαγχολία, ευερεθιστότητα ή φοβία, που συνήθως διαρκεί μερικές ώρες και σπανιότερα περισσότερο από μερικές ημέρες, κατόπιν επάνοδος στη φυσική διάθεση.
  6. Ανικανότητα αντοχής της μοναξιάς, δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους σε σημείο να κάνουν σπασμωδικές προσπάθειες για να αποφύγουν κάτι τέτοιο. ΄Οταν μείνουν μόνοι, η συναισθηματική τους διάθεση χειροτερεύει.
  7. Πράξεις σωματικής αυτοκαταστροφής π.χ. αυτοκτονίες, αυτοακρωτηριασμούς, επανειλημμένα ατυχήματα ή ξυλοδαρμοί.
  8. Χρόνιο συναίσθημα συναισθηματικού κενού (αισθάνονται άδειοι, βαριεστημένοι).

    (Σε ηλικίες κάτω των 18 ετών, το κριτήριο της διαταραχής της ταυτότητας δεν ισχύει.)

Σύμφωνα με το διαγνωστικό αυτό σύστημα τουλάχιστον πέντε από τα πάρα πάνω χαρακτηριστικά μας επιτρέπουν την διάγνωση της οριακής διαταραχής. Στην κλινική όμως πράξη τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι κλινικές εικόνες των οριακών διαταραχών εκτείνονται σ΄ένα φάσμα που αρχίζει από τις ψυχωτικές και καταλήγει στις νευρωτικές διαταραχές. Η διαφορική διάγνωση προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις είναι απαραίτητη και η φαινομενολογική μόνο παρατήρηση συχνά δεν αρκεί γι΄αυτό, αφού στη πράξη είναι συνήθεις οι περιπτώσεις που η οριακή διαταραχή εμφανίζει χαρακτηριστικά ψύχωσης ή νεύρωσης. Αυτό σημαίνει ότι οι οριακές αυτές καταστάσεις εκτείνονται σε ένα φάσμα μορφών και δεν αποτελούν μία και μοναδικά οντότητα. ΄Ετσι η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να προχωρήσει πέρα από την φαινομενολογική συμπτωματολογία, στην καταγραφή των μηχανισμών άμυνας, στον τρόπο, την ποιότητα, την μορφή και την ένταση με τη οποία το οριακό άτομο τους χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα βιώματα, συναισθηματικές επενδύσεις και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν την κλινική εικόνα.

Ψυχοδυναμική ερμηνεία:

Για την ψυχοδυναμική ερμηνεία των οριακών διαταραχών θα πρέπει να ανατρέξουμε στο κεφάλαιο των ναρκισσιστικών διαταραχών, χωρίς να ταυτίζουμε την οριακή με την ναρκισσιστική διαταραχή, με την κλασσική έννοια του όρου. Δηλαδή με το άτομο που "περιστρέφεται" γύρω από τον εαυτό του, δείχνοντας πολύ λίγο έως καθόλου ενδιαφέρον για τους άλλους. Η ψυχοδυναμική αυτή τοποθέτηση είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη θεραπευτικών στρατηγικών, τον τρόπο της σχέσης που προσπαθεί να δημιουργήσει κανείς με τον ασθενή και την πιθανή επίδραση απογοητεύσεων και τραυματικών εμπειριών που θα μπορούσε να αντέξει ο ασθενής. ΄Ολα αυτά είναι φυσικά σπουδαία κριτήρια για τη θεραπευτική διαδικασία και αυτά τα κριτήρια είναι ευκολότερο να προσδιοριστούν μετά από τέτοιου είδους διαφοροδιαγνωστικές σκέψεις.

Νευρωτική δομή προσωπικότητας σημαίνει ύπαρξη αντικειμενοτρόπων σχέσεων, μηχανισμών άμυνας και ψυχικών δυνατοτήτων που αντιστοιχούν στην οιδιπόδεια ή μεταοιδιπόδεια φάση της ψυχικής εξέλιξης.

Σε αντίθεση με αυτό, η ναρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας ή το "οριακό σύνδρομο" διαθέτει μηχανισμούς άμυνας που δεν είναι όμοιοι με αυτούς της νευρωτικής δομής, οι αντικειμενοτρόπες σχέσεις του δεν ταυτίζονται με αυτές των νευρωτικών και οι ψυχικές δυνατότητές του δεν έχουν φθάσει την "ωριμότητα" των νευρωτικών.

Ας αρχίσουμε με τους μηχανισμούς άμυνας.

Η υστερική νεύρωση χαρακτηρίζεται από ισχυρή "απώθηση", εκλο-γίκευση, εξιδανίκευση και ταύτιση.

Η ψυχαναγκαστική νεύρωση χαρακτηρίζεται και αυτή από "απώθηση" αλλά και "κατ΄αντίδραση συμπεριφορά", και "μόνωση του συναισθήμα-τος".

Όλους αυτούς τους μηχανισμούς τους βρίσκουμε λιγότερο ισχυρούς ή χρήσιμους στη ναρκισσιστική προσωπικότητα. Αντίθετα, στη ναρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας χαρακτηριστικός είναι ο μηχανισμός της "διάψευσης". Συνήθως, διάψευση ιδιαίτερων φαντασιώσεων και επιθυμιών όπως επίσης και του σεξουαλικού περιεχομένου αυτών. Διάψευση φαντασιώσεων και επιθυμιών και όχι της πραγματικότητας ,που αποτελεί χαρακτηριστικό μηχανισμό ψυχωτικής διαταραχής.

Εδώ πρέπει να γίνει μία διευκρίνιση. Σε κάθε ψυχοπαθολογική δομή προσωπικότητας υπάρχει ένας βαθμός παραμόρφωσης και επομένως διάψευσης ορισμένων στοιχείων της πραγματικότητας. Αυτό όμως συμβαίνει σχετικά περιορισμένα στις οριακές και ναρκισσιστικές διαταραχές, σε σχέση με την μεγάλη σε βαθμό διάψευση των ψυχώσεων ή ψυχωτικά δομημένων προσωπικοτήτων και την πολύ μικρότερη διάψευση των νευρώσεων.

Ακόμη ένας μηχανισμός άμυνας που λειτουργεί καθοριστικά για τη συμπεριφορά των οριακών προσωπικοτήτων είναι αυτός της προβολής. Η προβολή είναι ένας μηχανισμός άμυνας ο οποίος αποτελεί βασικό στοιχείο και αυτού του φυσιολογικού ψυχισμού. Αυτό όμως είναι ίσως και η αιτία για την οποία η προβολή συχνά δεν αναγνωρίζεται ή δεν αξιολογείται ανάλογα. Ο νευρωτικός εμφανίζεται να κάνει ιδιαίτερη χρήση του μηχανισμού της προβολής και ακόμη δεν φαίνεται να έχει οποιεσδήποτε αναστολές για την αναγνώριση αυτής της προβολικής συμπεριφοράς, πράγμα που κάνει την πιθανότητα διόρθωσης της συμπεριφοράς αυτής σχετικά εύκολη. Το ίδιο φαίνεται πολύ δύσκολο να γίνει στην προβολική συμπεριφορά οριακών προσωπικοτήτων και αδύνατο σ΄αυτή των ψυχωτικών.

Ανάλογα παρατηρούμε και μία διαφορά στην εκτονωτική λειτουργία του μηχανισμού. Για τον νευρωτικό χαρακτήρα είναι δυνατή η παραίτηση από την εκτονωτική αυτή λειτουργία, μέσα από διορθωτικές επεμβάσεις στη σχέση του με την πραγματικότητα. Για τον ναρκισσιστικά διαταραγμένο χαρακτήρα κάτι τέτοιο είναι σχετικά δυσκολότερο.

Ο μηχανισμός άμυνας που αναφέρεται περισσότερο συχνά και θεωρείται σαν παθογνωμονικός για το "οριακό σύνδρομο" είναι ο "διχασμός". Εδώ όμως επικρατεί κάποια σύγχιση σχετικά με την έννοια του όρου. Δηλαδή, τι ακριβώς εννοούμε αναφερόμενοι στον διχασμό;

Διχασμός σημαίνει τη δυνατότητα αναγνώρισης ψυχικών στοιχείων από το περιβάλλον που το ίδιο το ΕΓΩ του ασθενή δεν βλέπει. Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα ψυχικά στοιχεία δεν απωθούνται, ώστε να είναι αδύνατη η αναγνώρισή τους, αλλά προσφέρονται προς παρατήρηση από το περιβάλλον, χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του ατόμου, παραμένουν όμως μη αναγνωρίσιμα από το ίδιο. Συγκεκριμένα, όσο αφορά τις οριακές προσωπικότητες, αυτές διακατέχονται από ναρκισσιστικές φαντασίες παντοδυναμίας που χωρίς άλλο εκφράζουν τόσο λεκτικά όσο και μέσα από τις πράξεις τους, έτσι ώστε σε καμία περίπτωση δεν παραμένουν κρυφές από το περιβάλλον, για το άτομο όμως που τις εκφράζει παραμένουν άγνωστες και δύσκολα αναγνωρίσιμες ακόμη και εάν προσπαθήσει κανείς να το ευαισθητοποιήσει γι΄αυτό. Κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με έναν απόλυτο διχασμό στη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας.

Υπάρχουν όμως και "διχασμοί" που δεν έχουν αυτόν τον απόλυτο χαρακτήρα, μεταξύ υποκειμενικού βιώματος και συμπεριφοράς προς τα έξω αλλά αποτελούν ταυτόχρονα ενδοψυχικά στοιχεία που η σχέση τους όμως εμφανίζει τον ίδιο χαρακτηριστικό διχασμό.

Για παράδειγμα, ενδοψυχικό στοιχείο Α ή ενόρμηση Α βιώνεται δυνητι- κά από το άτομο, επίσης ενδοψυχικό στοιχείο Β ή ενόρμηση Β βιώνεται και αυτή δυνητικά από το άτομο, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορούν να βιωθούν και τα δύο ταυτόχρονα, σαν δομικά ενδοψυχικά στοιχεία, χωρίς στην ουσία να μπορεί να πει κανείς ότι και απωθούνται. Αυτό είναι μία περίπτωση ενδοψυχικού διχασμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι, δεν υπάρχει ενδοψυχική ένταση για απώθηση του ενός από το άλλο, αλλά υπάρχει ένας διχασμός που καθιστά αδύνατη την ταυτόχρονη αναγνώρισή τους.

Θεωρείται ότι η κυριώτερη διαφορά μεταξύ του διχασμού μίας "οριακής προσωπικότητας" και μίας "ψυχωτικής προσωπικότητας βρίσκεται στο γεγονός ότι η οριακή προσωπικότητα "διχάζει" την αντικειμενική πραγματικότητα ενώ η ψυχωτική "διχάζει" τόσο την αντικειμενική πραγματικότητα όσο και το ίδιο το ΕΓΩ. Μετά από αυτά που αναφέρθηκαν πάρα πάνω δεν θα πρέπει κανείς να βλέπει τα πράγματα τόσο απόλυτα, μια και "οριακά" άτομα χαρακτηρίζονται επίσης από ενός βαθμού διχασμό του ΕΓΩ τους, αλλά οπωσδήποτε σε μία ποσοτική σχέση που είναι πολύ μικρότερη από αυτή των ψυχωτικών και που σε τελευταία ανάλυση δεν οδηγεί στην ολοκληρωτική αποδιοργάνωση του ΕΓΩ, όπως συμβαίνει με τα ψυχωτικά άτομα, μια και το ΕΓΩ των "οριακών" ατόμων διατηρεί την μορφή του. Εφ΄όσον θεωρήσουμε τον διχασμό σαν αμυντικό μηχανισμό που χαρακτηρίζει το ΕΓΩ του "οριακού" ατόμου, αυτό θα καθορίζει και τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις του προς το περιβάλλον. Αυτό που συμβαίνει είναι το ότι για το οριακό άτομο ο διαχωρισμός μεταξύ μηχανισμών άμυνας και αντικειμενοτρόπων σχέσεων είναι πολύ λιγότερο καθαρός απ΄ότι σε νευρωτικά άτομα. Αυτό οφείλεται στο ότι η αυτονομία του αντικειμένου δεν έχει ολοκληρωθεί για το "οριακό" άτομο τόσο όσο αυτό έχει γίνει για το νευρωτικό ή φυσιολογικό άτομο, για τα οποία η ψυχική δομή είναι περισσότερο σταθερή και οριοθετημένη απέναντι στα αντικείμενα του περιβάλλοντος. Γι΄αυτό και η σχέση εξάρτησης από τα αντικείμενα του περιβάλλοντος είναι σημαντικά μικρότερη για τα νευρωτικά και φυσιολογικά άτομα σε σχέση με αυτή των "οριακών" προσωπικοτήτων. Με άλλα λόγια, το ίδιο γεγονός, η "απώλεια ενός αντικειμένου" θα βιώνεται από τις "οριακές" προσωπικότητες πολύ περισσότερο τραυματικά, γιατί οι "αντιπροσωπεύσεις" του αντικειμένου στον ψυχισμό του θα αποτελούν τμήμα της δομής του, έτσι ώστε η απώλειά του ή ακόμη και η ολιγόχρονη απουσία του θα οδηγεί σε πολύ βαρύτερη διαταραχή της αυτονομίας του ή όπως θα μπορούσε να πει κανείς, της λειτουργίας του ΕΓΩ του. Αυτό είναι σπουδαίο για την κατανόηση της αποδιοργάνωσης του "οριακού" ατόμου μετά κάποια ψυχική τραυματική εμπειρία, ενώ ο νευρωτικός που διαθέτει ένα σταθερότερο και λιγότερο εξαρτημένο ψυχισμό αντιδρά με ενίσχυση των μηχανισμών άμυνάς του σε μία ανάλογα τραυματική εμπειρία, όπως η απώλεια του αντικειμένου.

Η ιδιαιτερότητα των αντικειμενοτρόπων σχέσεων έχει να κάνει οπωσδή- ποτε με τον "διχασμό" και φαινομενολογικά εμφανίζεται με την αδυναμία των οριακών προσωπικοτήτων να αντέξουν αμφιθυμικά συναισθήματα για το ίδιο αντικείμενο. Δηλαδή να δεχτούν το αντικείμενο σαν ενιαίο σύνολο , που διαθέτει τόσο θετικά όσο και αρνητικά στοιχεία. Έτσι τα αντικείμενα βιώνονται διχασμένα, όπου φυσικά ο απόλυτος διχασμός εμφανίζεται σε ψυχωτικές καταστάσεις, ενώ στις οριακές περιπτώσεις ο διχασμός αυτός εμφανίζει μία διαφορετική ποιότητα. Δεν πρόκειται για διχασμό σε απόλυτα καλά ή απόλυτα αρνητικά στοιχεία αλλά περισσότερο για διχασμό μεταξύ αποδοχής και άρνησης, δηλαδή μεταξύ ποιοτικών στοιχείων της σχέσης που θα μπορούσε να δημιουργηθεί με το αντικείμενο. Αυτό λοιπόν που στην ψύχωση - το απόλυτα "καλό" στοιχείο - οδηγεί στη συμβιωτική σχέση με το αντικείμενο, στην οριακή προσωπικότητα είναι το στοιχείο της χωρίς περιορισμούς αποδοχής, που δεν φθάνει την ψυχωτική συμβιωτική ποιότητα της σχέσης, παρ' όλο που προϋποθέτει και αυτό έναν μεγάλο βαθμό εξιδανίκευσης, μια και κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να διαθέτει στην πραγματικότητα τις "προστατευτικές" ιδιότητες και την φροντίδα που αναζητά η ενορμητική διάθεση του "οριακού" ατόμου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ή με άλλα λόγια, η άλλη όψη του νομίσματος είναι η αρνητική σχέση με το αντικείμενο χωρίς αυτό να φθάνει την ψυχωτική άρνηση που μετατρέπει το αντικείμενο σε διώκτη. Το αντικείμενο αντιπροσωπεύεται από τα αρνητικά του στοιχεία, γι' αυτό και είναι ένα "κακό" αντικείμενο, όχι όμως σε τόσο μεγάλο βαθμό όπως αυτό συμβαίνει στην ψύχωση, γι΄αυτό και δεν βιώνεται με ιδιότητες "διώκτη".

Ακόμη, χαρακτηριστικές για τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις οριακών προσωπικοτήτων είναι οι φαντασίες παντοδυναμίας. Εδώ, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι φαντασίες αυτές παντοδυναμίας επενδύονται τόσο στο "είναι" του οριακού ατόμου όσο και στο αντικείμενο και γι΄αυτό πολλές φορές είναι δυνατόν να μας παραπλανήσουν με τον τρόπο που εμφανίζονται. Αυτό σημαίνει ότι "δεν είμαι μόνο εγώ παντοδύναμος, αλλά και εσύ", δηλαδή "και οι δυό μας", κι αυτό εκφράζεται φυσικά ανάλογα στη συμπεριφορά. Η εξιδανίκευση που συνοδεύει μία τέτοια τοποθέτηση επηρεάζει ιδιαίτερα τη σχέση με την πραγματικότητα, που στην περίπτωση των οριακών ατόμων διατηρείται όπως είπαμε πάρα πάνω. Είναι μία εξιδανίκευση ευαίσθητη, μια και θα εξαρτάται από τυχόν διορθωτικές επιρροές μέσα από εμπειρίες ή απογοητεύσεις. Μια τέτοια απογοήτευση αποτελεί σχεδόν τον κανόνα με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα σπάνια η περίπτωση μιας σταθερής εξιδανικευμένης σχέσης για μακρύ χρονικό διάστημα. Συχνότερα συμβαίνει μια αλλαγή αντικειμένου σε άλλοτε άλλο ρυθμό, πράγμα που εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Η αδυναμία παραίτησης από κάποια εξιδανικευμένη σχέση θα έχει καθοριστικές επιπτώσεις στον ψυχισμό του οριακού ατόμου, που χάνοντας την ψυχολογική ισορροπία του οδηγείται σε μια καταθλιπτική αποδιοργάνωση. Η καταθλιπτική αυτή αποδιοργάνωση είναι το αποτέλεσμα εκφόρτωσης της ναρκισσιστικής επένδυσης του ίδιου του είναι του οριακού ατόμου λόγω της διακοπής ή της αποτυχίας μιας, θα έλεγε κανείς προ-καταθλιπτικής εξιδανίκευσης. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό από δεκαετίες. Ο ABRAHAM στην ερμηνεία του της μελαγχολίας - ή αλλοιώς ενδογενούς κατάθλιψης - είχε παρατηρήσει ότι αντικειμενοτρόπος σχέση η οποία με τη διακοπή της εκλύει μία μελαγχολική φάση είχε από πριν ναρκισσιστικό χαρακτήρα. Σαν κλινική παρατήρηση κάτι τέτοιο έχει σπουδαία σημασία, γιατί επιτρέπει σε καταστάσεις που δεν φαίνονται διόλου καταθλιπτικές όπως π.χ. ιδιαίτερα εκστασιακές και ταυτόχρονα ναρκισσιστικές μορφές αγάπης η αντικειμενοτρόπων σχέσεων γενικότερα καταλήγουν, όπως είναι γνωστό, σε απογοητεύσεις και απομυθοποιήσεις που οδηγούν με τη σειρά τους στην κατάθλιψη.

Ακόμη ένα στοιχείο με καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της οριακής προσωπικότητας είναι το "ιδανικό ΕΓΩ". Το "ιδανικό ΕΓΩ" είναι ένα στοιχείο το οποίο σχηματίζεται πολύ νωρίς στην ψυχοκινητική ανάπτυξη, βρίσκεται σε στενή σχέση με την ανάπτυξη του "Ναρκισσισμού" στο άτομο και προμηθεύεται την ενέργειά του από αυτόν. Γι΄αυτό το λόγο οι φαντασιώσεις του "ιδανικού ΕΓΩ" είναι συνδεδεμένες άμεσα με το "ιδανικό - αντικείμενο". Απογοητεύσεις από την πλευρά του αντικειμένου θα οδηγήσουν εύκολα σε κατάρρευση του "ιδανικού ΕΓΩ" και έτσι σε καταθλιπτική αποδιοργάνωση.

Τη σπουδαιότητα του στοιχείου αυτού τη βλέπουμε στη σύγκριση με τις νευρωτικές δομές όπου επικρατούν δομικό στοιχείο είναι το ΥΠΕΡΕΓΩ. Εδώ εννοείται το ΥΠΕΡΕΓΩ στη Φροϋδική σημασία του και όχι αυτή της MELANI KLEIN. Δηλαδή, το ώριμο μετα-οιδιπόδειο ΥΠΕΡΕΓΩ που εμφανίζεται ανεξάρτητο από σχέσεις με αντικείμενα σε αντίθεση με το πρώϊμο ΥΠΕΡΕΓΩ που βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις και φορμάρεται ανάλογα με το αντικείμενο ενδοβάλοντάς το. Το ώριμο ΥΠΕΡΕΓΩ προκαλεί ενοχές και αυτομομφές ενώ το πρώϊμο παίρνει διωκτικό χαρακτήρα προκαλώντας διωκτικά παραληρήματα ή ακουστικές παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις με καταδικαστικό για το άτομο περιεχόμενο. ΄Όταν λοιπόν μιλάμε για ΥΠΕΡΕΓΩ στην περίπτωση των οριακών ατόμων, εννοούμε πάντα την ώριμη μορφή του. Υπερεγώ σαν απόδειξη επεξεργασίας του οιδιπόδειου προβλήματος δεν παρατηρείται σε οριακά άτομα. Θα λέγαμε ότι ο "οριακός - ασθενής" περνάει από την οιδιπόδεια φάση, έρχεται αντιμέτωπος με τα προβλήματά της, τα οποία όμως δεν έχουν καμία επιρροή στη διαμόρφωση της δομής της προσωπικότητάς του. Με άλλα λόγια, ο "οριακός ασθενής" ή σε τελευταία ανάλυση, το παιδί που θα γίνει αργότερα οριακός - ασθενής δεν "κατάλαβε" τίποτα από την οιδιπόδεια κατάσταση που πέρασε, ούτε κάποια έντονη ελκτική ενόρμηση για κάποιον από τους γονείς του, ούτε ιδιαίτερα την τυχόν απογοήτευση της αδυναμίας ικανοποίησης μιας τέτοιας ενορμητικής ανάγκης. Είναι σα να λέει στον εαυτό του, "ε και, αυτό είναι κάτι που το ξέρω ήδη από καιρό, οι άνθρωποι είναι άλλοι καλοί για μένα, ευγενικοί και άλλοι αρνητικοί, έτσι θα πρέπει να δω πώς θα τα καταφέρω να είμαι με τους ευγενικούς γύρω μου".

Αυτό σημαίνει, το γεγονός ότι πυρήνας της οιδιπόδειας φάσης είναι η διαφορά του φύλου όπως επίσης η αδυναμία της ενορμητικής ικανοποίησης σ΄αυτή τη διαφορά ή και στους αντιπροσώπους του φύλου στο περιβάλλον, το γεγονός αυτό, δεν θα γίνει ποτέ "βίωμα" του "οριακού" παιδιού.

Δεν θα γίνει ποτέ δομικό στοιχείο του κόσμου του ή και του κόσμου που θα βιώσει στο μέλλον. Αυτό οδηγεί στο ότι το πρόβλημα της σεξουαλικότητας στο "οριακό άτομο" αποδυναμώνεται με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Όχι ότι δεν θα υπάρχει κάποιο σεξουαλικό πρόβλημα, αλλά ότι η σεξουαλική προβληματική του οριακού ατόμου θα έχει περισσότερο σχέση με το αίσθη- μα της αποδοχής ή της απόρριψης από τον σύντροφο παρά με τα ιδιαίτερα σεξουαλικά προβλήματα που συνήθως οφείλονται στις εμπειρίες μας της οιδιπόδειας φάσης. Στην κλινική πράξη, η ύπαρξη ενός τέτοιου συναισθήματος είναι καθοριστικής διαφοροδιαγνωστικής σημασίας. Το γεγονός ότι ένας ασθενής μας διηγείται τα διαπροσωπικά του προβλήματα με τον σύντροφό του δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα νευρωτικά δομημένο άτομο, όπως ίσως φαίνεται με την πρώτη ματιά. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συνεχίσουμε την ανίχνευση για την ανεύρεση τόσο των καθοριστικών στοιχείων του συντρόφου όσο και των αποφασιστικών αιτίων για τα οποία παραπονείται ο ασθενής.

Ο νευρωτικός ασθενής παραπονείται συνήθως για τις σεξουαλικές απότυχίες του στη ζωή του ή αυτές του συντρόφου του, ή ακόμη για τις ιδιαιτερότητες του συντρόφου του που τον οδηγούν σε κάποια τέτοια αποτυχία, για τις σεξουαλικές αναστολές του κλπ. Το ναρκισσιστικά δομημένο ή οριακό άτομο παραπονείται συχνότερα για την πιθανότητα να τον εγκαταλείψει ο σύντροφός του, για την αδυναμία του να γίνει ένα με αυτόν, να αισθάνεται ότι αποτελεί "ένα" με το σύντροφό του ή το αντίθετο, για τους φόβους του να γίνει "ένα" με το σύντροφό του, χάνοντας ολοκληρωτικά τα δικά του όρια. Δύο διαμετρικά αντιθετικά συναισθήματα, από τη μια, η ενορμητική επιθυμία της συνένωσης και από την άλλη το έντονο άγχος αυτής. Επιθυμία απόλυτης εξάρτησης από το "αντικείμενο" και υπαρξιακό άγχος για την πιθανότητα βίωσης της εξάρτησης αυτής, για το λόγο ότι δεν πρόκειται για εξάρτηση σεξουαλικής μορφής αλλά για κάτι πολύ περισσότερο. Πρόκειται για εξάρτηση από ένα αντικείμενο που ταυτόχρονα είναι και τμήμα της ίδιας της ψυχικής δομής του οριακού ατόμου. Οι αντιπροσωπεύσεις του αντικειμένου στον ψυχικό κόσμο του οριακού ατόμου, αυτό δηλαδή που το αντικείμενο συμβολίζει για το οριακό άτομο, είναι μέρος του ψυχισμού αυτού και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να το αποχωριστεί χωρίς έντονο πόνο και αναδιάρθρωση της εσωτερικής δομής του . Η ποιότητα του άγχους είναι ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο που δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε. Από τι έχει, δηλαδή, άγχος ο ασθενής, σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν πάρα πάνω.

Βλέπουμε λοιπόν ότι διαμορφώνονται πέντε ερωτήματα με τα οποία μπορούμε να διαφοροποιήσουμε και να προσδιορίσουμε τη μορφή της ψυχικής δομής με την οποία έχουμε να κάνουμε. Τα ερωτήματα αυτά είναι:

- ποιο είναι το επικρατούν δομικό στοιχείο

- ποια είναι η μορφή του προβλήματος (της ενδοψυχικής σύγκρουσης)

- ποια είναι η ποιότητα του άγχους

- ποιοι είναι οι σπουδαιότεροι μηχανισμοί άμυνας

- ποια μορφή έχουν οι διαπροσωπικές σχέσεις (σχέση με το πρωτοπαθές αντικείμενο αγάπης)

Το ΕΓΩ του οριακού ατόμου δεν βιώνεται σαν "διαλυμένο". Περισσό- τερο είναι οι έντονες αγχωτικές κρίσεις που συνοδεύουν καταστάσεις πραγματικής ή συμβολικής απώλειας του αντικειμένου στην ψυχική δομή των οριακών ή ναρκισσιστικών προσωπικοτήτων. Δεν βιώνεται όμως σαν απώλεια του ΕΓΩ ή έκρηξή του, όπως στον ψυχωτικό ασθενή. Φυσικά αυτό μοι- άζει με μία σχετική ποσοτική διαφορά αλλά οπωσδήποτε η διαφορά αυτή έχει και ποιοτική σημασία καθοριστική για τον ψυχισμό του ατόμου. Το άγχος του οριακού ατόμου είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα της απώλειας του ελέγχου του στο ΕΓΩ του όπως και άγχος από την δυνατότητα της απώλειας αυτής. Φυσικά παρατηρούμε ακόμη ότι πολλοί από τους ασθενείς μας έχουν βιώσει στο παρελθόν "απώλειες ελέγχου του ΕΓΩ" τους και το άγχος που τους χαρακτηρίζει, είναι το άγχος της πιθανής επανάληψης μιας τέτοιας κατάστασης. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για άγχος που συνδέεται με την αδυναμία των μηχανισμών άμυνας περισσότερο και λιγότερο με την πιθανή ολοκληρωτική απώλεια του ΕΓΩ ή της ύπαρξης του ατόμου γενικότερα το οποίο πολλοί ψυχωτικοί είναι σε θέση να μας περιγράψουν. Βέβαια οι περισσότεροι ψυχωτικοί δεν είναι σε θέση να επεξεργασθούν τις παραληρηματικές τους κρίσεις, αλλά οπωσδήποτε υπάρχουν και άλλοι που μπορούν να μας περιγράψουν τις καταστάσεις αυτές, τα συναισθήματά τους και το άγχος τους για μία πιθανή επανάληψη. Είναι αυτό που συχνά χαρακτηρίζουν σαν "αποδιοργάνωση" της προσωπικότητάς τους, κάτι που εμφανίζεται και σε οριακά άτομα, ανάλογα με την ποσότητα του άγχους που βιώνουν.

Ποια είναι όμως η διαφορά;

Αυτές οι καταστάσεις είναι το μεταίχμιο μεταξύ ψύχωσης και οριακής κατάστασης και ακόμη η απόδειξη ότι με μόνο κριτήριο τα συμπτώματα είναι αρκετά δύσκολη μέχρι αδύνατη η διαφοροδιάγνωση μεταξύ των δύο.

Τα συμπτώματα τις περισσότερες φορές επιδέχονται διάφορες ερμηνείες (πολυσυμβολικά) και γι΄αυτό δεν είναι καθοριστικά της ψυχικής δομής. Γι' αυτόν το λόγο, οι περισσότεροι, ψυχοδυναμικά προσανατολισμένοι ψυχίατροι θεωρούν ότι τα συμπτώματα δεν είναι απόλυτα καθοριστικά της ψυχικής δομής όσο και καθοριστικά της ασθένειας και ότι το σύνολο των συμπτωμάτων που ονομάζει κανείς σύνδρομο δεν είναι καθοριστικό ούτε της δομής του ψυχισμού του ατόμου, ούτε της ασθένειάς του με την στενότερη έννοια του όρου. Φυσικά, μια τέτοια τοποθέτηση θα βρει αντιμέτωπους όλους όσους έχουν συνηθίσει να εργάζονται με τα "ψυχιατρικά σύνδρομα" από φαινομενολογική μόνο σκοπιά. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι, ακόμη και εάν το σύνδρομο είναι τεκμηριωμένο και από "ηλεκτρονικό υπολογιστή" ή οποιαδήποτε άλλη μηχανικίστικη σύνθεση ορισμένων στοιχείων, αυτό δεν καθορίζει απόλυτα την εν τω βάθει ψυχική δομή του ατόμου. Αυτό, για να μη γίνει εδώ παρερμηνεία, δεν μειώνει στο ελάχιστο τη μέγιστη σημασία της φαινομενολογίας στην ψυχιατρική, που αποτελεί και τη θεμέλια ψυχιατρική πράξη, απλά σημαίνει ότι δεν φτάνει για την θερα -πευτική αντιμετώπιση του ασθενή. Ιδιαίτερα μάλιστα για περιπτώσεις που η συμπτωματολογία επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, βοηθάει περισσότερο η διάγνωση της δομής του ψυχισμού του ασθενή, μια και μόνο έτσι είναι δυνατές να γίνουν απόλυτα εξατομικευμένες παρατηρήσεις για την πρόγνωση και τη θεραπεία του ασθενή που δεν είναι δυνατές μόνο με την απλή περιγραφή του συνδρόμου.

Η διαφορική διάγνωση από την ψύχωση είναι λοιπόν δυνατή μόνο μέσα από αυτήν τη διαδικασία. Ένα άλλο κλινικό κριτήριο από την παρακολούθηση της εξέλιξης του οριακού ατόμου είναι τι ότι οι κοινωνικές επαφές των ατόμων αυτών παραμένουν ως επί το πλείστον σταθερές σε αντίθεση με αυτές των ψυχωτικών. Λέμε ως επί το πλείστον, γιατί δεν αποκλείεται το ίδιο να παρατηρηθεί και σε κάποιο ψυχωτικό άτομο, ο κανόνας όμως είναι αναμφισβήτητος.

Τέλος, ακόμη μία διαφορά μεταξύ του ψυχωτικού και οριακού ατόμου υπάρχει στη σύνθεση του ιδανικού ΕΓΩ. Το ιδανικό ΕΓΩ (ICH IDEAL) του ψυχωτικού αντιπροσωπεύει μία πιο πρώϊμη αρχαϊκή δομή που βρίσκεται σε μεγαλύτερη εξάρτηση από τον πρωτοπαθή παιδικό ναρκισσισμό, ενώ το ιδανικό - ΕΓΩ (idealich) του οριακού ατόμου είναι σε περισσότερο βαθμό μία ωριμότερη ψυχική δομή [5]. Ενώ δηλαδή στην περίπτωση του οριακού ατόμου θα απουσιάζουν από το ιδανικό ΕΓΩ σεξουαλικές κυρίως ενορμήσεις, στην περίπτωση του ψυχωτικού θα απουσιάζουν ολόκληρα τμήματα της πραγματικότητας. Το ιδανικό ΕΓΩ λοιπόν του ψυχωτικού θα ταυτίζεται με των ανώριμο, πρωτοπαθή παιδικό ναρκισσισμό, ενώ το ιδανικό ΕΓΩ του οριακού ατόμου με μία ναρκισσιστική μορφή, αποτέλεσμα κάποιας διαδικασίας ωρίμανσης.

Στην πρώτη περίπτωση δηλαδή, θα έχουμε ένα ιδανικό ΕΓΩ που θα αντιστοιχεί σε ένα στάδιο ανεξάρτητου και αρχαϊκού (ανώριμου) ναρκισσισμού, ενώ στη δεύτερη σε ένα στάδιο ώριμου ναρκισσισμού.

Σε αυτήν την ωριμότερη έκφραση του ιδανικού - ΕΓΩ του οριακού ατόμου αντιστοιχεί και μία ωριμότερη έκφραση του ΥΠΕΡΕΓΩ, που στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζεται σε μία στενή σχέση με αυτό. Μία άλληλοεξαρτώμενη "συμβιωτική σχέση", έτσι ώστε το ΥΠΕΡΕΓΩ να μην έχει τον ρόλο του εσωτερικού χωροφύλακα, αλλά να αντιπροσωπεύει ένα σύνολο αξιών με το οποίο το άτομο μπορεί να ταυτίζεται σε τέτοιο βαθμό που να αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της συμπεριφοράς του.

Αιτιοπαθογένεια:

Στο αναμνηστικό των οριακών διαταραχών βρίσκουμε συνήθως έντονες απογοητεύσεις στη σχέση με το πρωτοπαθές αντικείμενο αγάπης (την μητέρα). Ακόμα, συναισθηματικά ελλείματα στη σχέση αυτή, ελλείματα στην επιβεβαίωση και αξιολόγηση της συμπεριφοράς στη παιδική ηλικία. Κάτι τέτοιο συνήθως οφείλεται σε μια ασταθή διχαστική σχέση της μητέρας προς το παιδί, που πότε λειτουργεί δοτικά και πότε απορριπτικά, έτσι ώστε το παιδί να μη βοηθειέται στη σύνθεση μιας ολοκληρωμένης μητρικής εικόνας. Όσον αφορά το μικρό κορίτσι, η μητέρα του καλλιεργεί συνήθως, μέσα από την συμπεριφορά της, κυρίως στοιχεία εξάρτησης, ενώ στο αγόρι ενισχύει τους επεκτατικούς - ναρκισσιστικούς στόχους του. Καθήλωση του ψυχισμού στο στάδιο αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ελλιπή ωρίμανση του ΕΓΩ και το μεν κορίτσι παίρνει μόνο επιφανειακές στρατηγικές από την μητέρα, για την βίωση και επεξεργασία των καθημερινών προβλημάτων της ηλικίας, το δε μικρό αγόρι δεν ολοκληρώνει την ταύτιση με τον πατέρα , με αποτέλεσμα είτε την υποταγή του, είτε την αποφυγή ανταγωνισμού με αυτόν.

Θεραπεία:

Γενικά, η δυνατότητα ψυχοθεραπευτικής επεξεργασίας ενός ατόμου και η πρόγνωση της ψυχοθεραπευτικής προσπάθειας εξαρτάται από τα υπάρχοντα ακόμα υγιή στοιχεία του ΕΓΩ. Έτσι η ανάλυση της ιδιαίτερης δομής της προσωπικότητας και η ποιότητα και τρόπος χρήσης των μηχανισμών άμυνας του οριακού ασθενή, θα προσδιορίσουν τον τρόπο και την μορφή της ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης.

Οι ασθενείς με οριακή προσωπικότητα είναι ιδιαίτερα αγχωτικοί και δύσπιστοι, έτσι σχεδόν πάντα θα πρέπει να προηγείται μία περίοδος προετοιμασίας με στόχο την διερεύνηση της δυνατότητας ψυχοθεραπευτικής συνεργασίας μαζί τους. Η θεραπευτική διαδικασία θα πρέπει να είναι δομημένη - χωρίς μεγάλα διαστήματα σιωπής - που αυξάνουν τις τάσεις παλινδρόμησης και βιώνονται καταπιεστικά από τον ασθενή.

Ο γενικός στόχος είναι η αλλαγή των μηχανισμών άμυνας του ασθενή. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με συνειρμική διαδικασία και η οποιανδήποτε θεραπευτική παρέμβαση θα πρέπει να εξυπηρετεί την διόρθωση της σχέσης με την πραγματικότητα, την επεξεργασία των ιδιαίτερων καταστάσεων που προβληματίζουν τον ασθενή και την καλυτέρευση της επικοινωνίας του με το περιβάλλον του. Η ισχυροποίηση των μηχανισμών άμυνας θα του επιτρέψει να ανταπεξέρχεται καλύτερα στις διάφορες καταστάσεις και στις σχέσεις του με τους άλλους, να αντέχει καλύτερα τα διάφορα ενδοψυχικά του και άλλα προβλήματα όπως και να ανταπεξέρχεται και να μπορεί να ελέγχει τα συναισθήματά του.

Η αδυναμία του οριακού ασθενή, επίκαιρης βιωματικής επεξεργασίας του ψυχοθεραπευτικού υλικού και της χρησιμοποίησής του για την διαφοροποίησή του ενάντια στα επίκαιρα προβλήματά του, μπορεί να βάλει σε δοκιμασία τον θεραπευτή, ο οποίος θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ικανός στην επεξεργασία των δικών του επιθετικών συναισθημάτων και την διατήρηση σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων χωρίς την ανάμειξη ηθικολογικών στοιχείων ή κριτικής. Ιδιαίτερα στις θεραπείες οριακών ατόμων, είναι συχνή η εξαφάνιση της θεραπευτικής σχέσης και ο θεραπευτής γίνεται φίλος ή εχθρός του ασθενή ή γονεϊκό πρότυπο, το οποίο θα έχει σαν επακόλουθο μία παθολογική διαιώνιση της εξαρτητικής σχέσης.

Ο θεραπευτής θα πρέπει να έχει υπ΄όψιν του ότι αυτός θα παίξει τον ρόλο του αντιπροσώπου για όλα αυτά τα "διαλυμένα" στοιχεία της προσωπικότητας και τα ελλείματα του οριακού ατόμου στη σχέση του με το περιβάλλον, θα πρέπει να του τα παρουσιάσει και να τον βοηθήσει να τα βιώσει σύμφωνα με την αρχή της πραγματικότητας. ΄Ετσι είναι αναγκαίο ο θεραπευτής , σε αντίθεση με τις νευρώσεις, να προσφέρει ένα πραγματικό "είδωλο", σε πραγματικές σταθερές ανθρώπινες διαστάσεις, με σκοπό να εμποδίσει τις προβολικές παραμορφώσεις από την πλευρά του ασθενή. Γιατί ο τελικός στόχος της θεραπείας είναι να μπορέσει τελικά ο ασθενής να δεχθεί τον εαυτό του, αλλά και τους άλλους, χωρίς να αισθάνεται ότι κινδυνεύει από αυτά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] KRAEPELIN EMIL: Psychopathologie, 7 Aufl., S. 815

[2] JANZARIK W.: Wandlungen des Schizophrenie Begriffes, Nervnarzt 49, S. 133-139, 1978

[3] HUGHES 1884, POSSE 1890, CLARK1919 στο ' Borderline-Syndrom', Grenzgebiet oder Niemandsland Sass H. und Koeler K. , Nervenarzt 54: 221-230, 1983

[4] στο ίδιο

[5] Βλ. διαφορές ICH- IDEAL από IDEAL- ICH [ ΙΔΑΝΙΚΟ-ΕΓΩ από ΙΔΕΩΔΕΣ ΤΟΥ ΕΓΩ] ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Γ.Ε.: Ψυχιατρική, σελ.439., Αθήνα 2004

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

BAUER S., HUNT H., GOULD M., GOLDSTEIN E.: Borderline Personality, organization, struktural Diagnosis and the struktural interview, Psychiatry 43/ 224-233, 1980

BENEDETTI G.:Psychopathologie und Psychotherapie der Grenzpsychose Praxis Psychotherapie XII I: 1-15 1967

BENEDETTI G.: Das Borderline - Syndrom Nervenarzt 48/641-650, 1977

BRAUTIGAM WALTER von: Reaktionen- Neurosen -Abnorme Personlichkeiten. 4 Auflage, Thieme Vrlg. Stuttgart 1978

JASPERS K.: Allgemeine Psychopathologie, 4 Aufl Springer Vrlg. Berlin 1946

LEICHSENRING FALK: Borderline-Stile: Denken, Fuhlen, Abwehr- und Objektbeziehugen - eine ganzheitliche Sichtweise Huber Vrlg, Bern 2003

RUDOLF GERD: Krankheiten im Grenzen von Neurose und Psychose German Book, 1977

ROHDE-DACHSER Chr.: Das Borderline - Syndrom, Huber Vrlg. , Bern - Stuttgart- Wien 1979

SASS H. και KOELER K., BORDERLINE - SYNDROME : Grenzgebiet oder Nieamands land? Nervenarzt 54, 1983, σελ. 222